Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μνημεία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μνημεία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Ελληνικό Λαϊκό Θέατρο - Θέατρο Αλίκη



Ο Μάνος Κατράκης (1909 – 1984), κορυφαίος πρωταγωνιστής και θιασάρχης, ίδρυσε -με καλλιτεχνικό σύμβουλο τον Mάριο Πλωρίτη- το 1955 το Ελληνικό Λαϊκό Θέατρο και εγκαταστάθηκε στον υπαίθριο χώρο του Πεδίου του Άρεως, τον οποίο εγκαινίασε με τον «Αγαπητικό της Βοσκοπούλας». Σε αυτό το θέατρο υποστηρίζοντας συστηματικά το ελληνικό έργο συνέχισε ως το 1967, οπότε η Χούντα του έκανε έξωση από το Πεδίο του Άρεως. Το Ελληνικό Λαϊκό θέατρο ανέβασε πολλές παραστάσεις με ρεπερτόριο, κυρίως, ελληνικό: «H τραγωδία του λόρδου Mπάιρον», «O Xριστός ξανασταυρώνεται», «Kαραϊσκάκης», «Bασίλισσα Aμαλία» (με τη Mαίρη Aρώνη), «Tραγούδι του νεκρού αδελφού», «Aντιγόνη της Kατοχής», (με την Aλέκα Kατσέλη), «Πατούχας», «Oδύσσεια», «Kαπετάν Mιχάλης», αλλά και το «Φουέντε Oβεχούνα», τη «Δίκη των πιθήκων» (με την Eιρήνη Παπά), «Iούλιο Kαίσαρα» (στη μοναδική του συνεργασία με τον Mίνωα Bολανάκη). H «Γκόλφω» το καλοκαίρι του 1967 ήταν το τελευταίο έργο στο Πεδίον του Άρεως. Τους χειμώνες, το ΕΛΘ φιλοξενείτο σε διάφορα θέατρα ή έκανε περιοδείες.

Η ηθοποιός Αλίκη Βουγιουκλάκη (1934 - 1996) εγκαταστάθηκε αργότερα ως θιασάρχης στον ίδιο χώρο και έδωσε στο θέατρο το όνομά της. Το θέατρο Αλίκη ήταν μια κατασκευή από μπετόν με κερκίδες και ήταν το μόνο από τα κτίρια που υπήρχαν μέσα στο Άλσος το οποίο κατεδαφίστηκε. Στη μελέτη της τελευταίας ανάπλασης του Πεδίου του Άρεως σχεδιάστηκε να κατασκευαστεί στη θέση του ένας ομαλός λόφος με γκαζόν, όπου θεατές, καθιστοί ή ξαπλωμένοι, να απολαμβάνουν μουσικές και θεατρικές παραστάσεις που θα εκτυλίσσονται απέναντι  σε κυκλική σκηνή. 

Αναψυκτήρια: Γκριν Παρκ, Γαρδένια, Άλσος


Στη δεκαετία του '30 οικοδομήθηκαν στο Πεδίο του Άρεως δύο αναψυκτήρια. Το «Γριν Παρκ» επί της οδού Μαυρομματαίων και η «Γαρδένια», δίπλα στην πλατεία του κεντρικού πεζόδρομου, η οποία έχει θέα νότια προς το Λυκαβηττό και το λόφο του Στρέφη. Στη συνέχεια οικοδομήθηκε και τρίτο αναψυκτήριο, το «Άλσος». Το 1950 ο Γιώργος Οικονομίδης, ηθοποιός, θεατρικός συγγραφέας και κονφερανσιέ άρχισε τη συνεργασία του με το βαριετέ του θερινού αναψυκτηρίου «Άλσος». Το χειμερινό και θερινό θέατρο του Πάρκου διατήρησαν στη συνέχεια το όνομα του αναψυκτηρίου. Την ίδια περίπου περίοδο στο αναψυκτήριο «Γκριν Παρκ» κυριάρχησε ο κονφερανσιέ Όμηρος Αθηναίος.

Το θέατρο "Άλσος" τη δεκαετία του 1950
Η Πλατεία Αιγύπτου και μέρος από το Πεδίον Άρεως.
Φαίνεται καθαρά ο ανδριάντας του Βασ. Κωνσταντίνου Β και το Γκριν Παρκ .
Διακρίνονται οι οδοί Μαυρομματέων, Πατησίων, Γ΄ Σεπτεμβρίου.
Αθήνα 1959


Πεδίον του Άρεως 1944 – Εικόνες της κεντρικής πλατείας, όπου διακρίνονται τα αναψυκτήρια «Άλσος» και «Γαρδένια» από την ταινία «Χειροκροτήματα» του Γιώργου Τζαβέλλα


Επιστροφή στα μνημεία/κτίσματα    -----------   Επιστροφή στην ιστορία του Πεδίου Άρεως


Μνημείο πεσόντων του Ιερού Λόχου (1942 - 1945)


Ο Ιερός Λόχος ήταν ελληνική στρατιωτική μονάδα που συγκροτήθηκε το 1942  στη Μέση Ανατολή με διοικητή το Χριστόδουλο Τσιγάντε. Η μονάδα αυτή απετέλεσε τον πρόδρομο των σύγχρονων ελληνικών ειδικών δυνάμεων. Τον Ιερό Λόχο συγκροτούσαν Έλληνες αξιωματικοί, αλλά και μαθητές της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων. Η μονάδα συμμετείχε σε καταδρομικές και εκκαθαριστικές επιχειρήσεις σε συνεργασία με τις συμμαχικές δυνάμεις (άγγλους, γάλλους, νεοζηλανδούς) με σημαντικά αποτελέσματα στη Β. Αφρική και στο Αιγαίο. 
Μετά από την απελευθέρωση των ηπειρωτικών περιοχών της Ελλάδας (τον Οκτώβριο του 1944), ο Ιερός Λόχος συνέχισε την δράση του εναντίον των υπολοίπων γερμανικών δυνάμεων στα νησιά του Αιγαίου μέχρι το τέλος του πολέμου, τον Μάιο του 1945. Ο Ιερός Λόχος αποσυγκροτήθηκε με επίσημη τελετή στην Αθήνα στις 7 Αυγούστου του 1945. Σε αυτήν την τελετή η σημαία του Ιερού Λόχου, η οποία σήμερα εκτίθεται στο Πολεμικό Μουσείο στην Αθήνα, παρασημοφορήθηκε με το υψηλότερο στρατιωτικό παράσημο της Ελλάδος, το χρυσό σταυρό της ανδρείας και τον Ελληνικό πολεμικό σταυρό Α' Τάξεως.
Το μνημείο του Ιερού Λόχου αναγέρθηκε το 1981, σε σχέδιο των Ιερολοχιτών Ι.Κ. Μανέτα και Ν.Ι. Βαλάκα, με δαπάνη του Υπουργείου Εθνικής Αμύνης, υπουργούντος του Ευάγγελου Αβέρωφ. Στην κατασκευή του μνημείου συνέπραξαν και οι γλύπτες Πέτρος Μωραΐτης και Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, οι οποίοι δημιούργησαν τα ορειχάλκινα ανάγλυφα. Το μνημείο αποτελείται από μαρμάρινη στήλη πλαισιωμένη από παραστάδες. Στην πρόσοψη και την πίσω πλευρά της στήλης βρίσκονται επιγραφές και ορειχάλκινες ανάγλυφες διακοσμήσεις. Εδράζεται σε βαθμιδωτό βάθρο. Στην πρόσοψη, στο πάνω μέρος της στήλης υπάρχει ανάγλυφο το ορειχάλκινο έμβλημα του Ιερού Λόχου (ένα αλεξίπτωτο και δύο φτερά) και από κάτω αναγράφεται: «ΙΕΡΟΣ ΛΟΧΟΣ 1942 – 1945».
Λίγο πιο κάτω από το έμβλημα του Ιερού Λόχου σε ένθετη μαρμάρινη πλάκα αναγράφονται οι βαθμοί, τα ονοματεπώνυμα και οι ημερομηνίες θανάτου των πεσόντων. 
Σε δεύτερη ένθετη μαρμάρινη πλάκα αναγράφονται τα ακόλουθα: «ΨΑΛΜΟΥΣ ΓΙΑ ΣΑΣ ΠΟΙΟΣ ΝΙΩΘΕΙ ΤΕΤΟΙΑ ΔΥΝΑΜΗ; ΤΕΤΟΙΑ ΦΤΕΡΑ ΠΟΙΟΣ ΚΕΡΙΝΑ ΦΟΡΕΙ ΤΟΥ ΙΚΑΡΟΥ; ΚΑΙ ΠΟΙΑ ΘΑ ΠΕΙ ΤΑ ΚΛΕΑ ΣΑΣ ΛΥΡΑ ΑΙΣΧΥΛΙΑ; ΤΑ ΤΡΟΠΑΙΑ ΠΟΙΟΣ ΟΜΗΡΟΣ ΚΑΙ ΦΟΡΜΙΓΓΑ ΠΙΝΔΑΡΟΥ; Γ. ΣΤΡΑΤΗΓΗΣ».
Στο κάτω μέρος της στήλης: «ΔΙΟΙΚΗΤΗΣ ΙΕΡΟΥ ΛΟΧΟΥ ΥΠΟΣΤΡΑΤΗΓΟΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ ΤΣΙΓΑΝΤΕΣ 1896-1970».
Στην πίσω όψη και κάτω από τα ανάγλυφα και χάλκινα μετάλλια αναγράφονται οι επιχειρήσεις του Ιερού Λόχου.

Ο Χριστόδουλος Τσιγάντες (1897 – 1970) γεννήθηκε και έζησε τα παιδικά του χρόνια στη Ρουμανία. Αποφοίτησε από τη Μεγάλη του Γένους Σχολή στην Κωνσταντινούπολη και το 1913  πολιτογραφήθηκε στη γενέτειρα του πατέρα του, το χωριό Σβορωνάτα της Κεφαλλονιάς, για να δώσει εξετάσεις στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων. Από τη Σχολή αποχώρησε μαζί με 15 περίπου συμμαθητές του το 1916 σε ηλικία 19 ετών έχοντας λάβει το βαθμό του Ανθυπολοχαγού του Πεζικού και κατέφυγε στη Θεσσαλονίκη, όπου προσχώρησε στο κίνημα της «Εθνικής Άμυνας». Πολέμησε στο πλευρό των αγγλο-γαλλικών στρατευμάτων της Αντάντ στο Μακεδονικό Μέτωπο από το Σεπτέμβριο του 1916 έως τον Οκτώβριο του 1918 και στη συνέχεια στο ελληνικό εκστρατευτικό σώμα στη μεσημβρινή Ρωσία (Ουκρανία – Βεσσαραβία). Από τον Ιούλιο του 1919  συμμετείχε στη Μικρασιατική εκστρατεία. Δεκαπέντε ημέρες μετά την ήττα του Βενιζέλου στις εκλογές της 1ης Νοεμβρίου 1920 ανακλήθηκε από την κυβέρνηση Δημητρίου Γούναρη στην Ελλάδα. Ως βενιζελικός αξιωματικός πιθανόν να είχε τεθεί σε διαθεσιμότητα είτε αυτεπάγγελτα είτε με αίτησή του. Από τον Απρίλιο μέχρι τον Αύγουστο του 1921 ξαναβρέθηκε στο μέτωπο της Μ. Ασίας και πολέμησε με το 12ο Σύνταγμα Πεζικού ως διοικητής λόχου στις επιθετικές επιχειρήσεις στο Σαγγάριο ποταμό. Εγκατέλειψε το μέτωπο μετά από βαρύ τραυματισμό του. Μέχρι το 1929 υπηρέτησε σε διάφορες θέσεις και στη συνέχεια φοίτησε στην Ανωτέρα Σχολή Πολέμου τη ς Αθήνας και στη συνέχεια των Παρισίων.
Με το βαθμό του αντισυνταγματάρχη συμμετείχε στο κίνημα 1ης Μαρτίου 1935, ως κύριο μέλος της μυστικής επαναστατικής «Ελληνικής Στρατιωτικής Οργάνωσης», με συνέπεια, μετά την αποτυχία του κινήματος, να συλληφθεί και να καταδικαστεί επί εσχάτη προδοσία από το Έκτακτο Στρατοδικείο Αθηνών σε ισόβια με συνεπαγόμενη την ποινή της στρατιωτικής καθαίρεσης, σε απλό στρατιώτη, που πραγματοποιήθηκε δημόσια στις 2 Απριλίου 1935 στους τότε στρατώνες πεζικού (σημερινό πάρκο Ελευθερίας). 
Καθαίρεση των αξιωματικών - κινηματιών της 1ης Μαρτίου 1935
Μετά την Παλινόρθωση, του δόθηκε χάρη από το βασιλιά Γεώργιο Β΄: η ποινή του διακόπηκε δεν έγινε όμως επαναφορά του στο στράτευμα. Από το 1940 μέχρι το 1941 υπηρέτησε στη Λεγεώνα των Ξένων στη Λιβύη και στην Ερυθραία. Αφού του δόθηκε αμνηστία από το βασιλιά, ανακλήθηκε στον ελληνικό στρατό το 1942 με τον τελευταίο βαθμό που κατείχε, αναλαμβάνοντας τη διοίκηση του Ιερού Λόχου της Μέσης Ανατολής κατά την περίοδο 1942 - 1945 στις επιχειρήσεις της Λιβύης, της Τύνιδας και της Δωδεκανήσου. Με το τέλος του πολέμου ανέλαβε στρατιωτικός Διοικητής Αρχιπελάγους και κατά τη διάρκεια 1945-1947 Αρχηγός της Ελληνικής Στρατιωτικής Αποστολής στα Δωδεκάνησα. 
Ο Χριστόδουλος Τσιγάντες σε επιχείρηση του Ιερού Λόχου στην Αφρική

Αποστρατεύθηκε με αίτησή του το Μάιο του 1948 με το βαθμό του υποστρατήγου. Τιμήθηκε με πολλά ελληνικά και συμμαχικά παράσημα. Μετά την αποστράτευσή του εργάστηκε ως σχολιαστής διαφόρων εφημερίδων και ως  Γενικός Διευθυντής του Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας. Το 1970 με μέριμνα της ελληνικής κυβέρνησης μεταφέρθηκε βαριά άρρωστος στο Λονδίνο, όπου και απεβίωσε στις 12 Οκτωβρίου.  Η σορός του αποτεφρώθηκε στο Λονδίνο. Η τέφρα του τοποθετήθηκε αρχικά στο Α΄ Νεκροταφείο στον οικογενειακό τάφο του αδελφού του Γιάννη Τσιγάντε. Στις 10 Σεπτεμβρίου 1981, ημέρα κατά την οποία έγιναν τα αποκαλυπτήρια του Μνημείου των πεσόντων του Ιερού Λόχου, η τεφροδόχος του Χριστόδουλου Τσιγάντε τοποθετήθηκε στη βάση του Μνημείου.
ΠΗΓΕΣ
Φωτόπουλος, Χ., Υποστράτηγος Χριστόδουλος Τσιγάντες 1897 – 1970, Στρατιωτική Επιθεώρηση (ένθετο) Σεπτ. – Οκτ. 2002, Γενικό Επιτελείο Στρατού 7ο Ε.Γ./5 
Παυλόπουλος, Δ., Το Πεδίον του Άρεως (Επτά Ημέρες, Η Καθημερινή, 23/2/2003. "Η Κυψέλη")
Φωτογραφία: Άννα Σαλαβέρη (22 - 03 -2015)



 

Μνημείο πεσόντων Ιερού Λόχου



Κύριο μέλημα των Ελλήνων μετά την Επανάσταση του 1821 ήταν να εκφράσουν την ευγνωμοσύνη τους προς τους Αγωνιστές.  Το 1829 με το Η΄ψήφισμα της Εθνοσυνέλευσης αποφασίστηκε η ίδρυση Πανελληνίου Ηρώου και μνημείων για τους Φιλέλληλες. Έτσι ανοίγει ο δρόμος για την ανέγερση των νεοελληνικών «τροπαίων», ο οποίος αρχικά συνάντησε αρκετά εμπόδια λόγω της αρνητικής στάσης της Αντιβασιλείας απέναντι στους Αγωνιστές και των εθνικών προβλημάτων επί Όθωνα. Το πρώτο μνημείο τέτοιου είδους στη νεότερη Αθήνα είναι ένα Ηρώο, το Κενοτάφιο των Ιερολοχιτών, που αναγέρθηκε το 1843, με ιδιωτική πρωτοβουλία, σε σχέδια του αρχιτέκτονα Σταμάτη Κλεάνθη, προς τιμή των ιερολοχιτών που έπεσαν στο Δραγατσάνι. Πρόκειται για μια στήλη – πεσσό, που επιστέφεται από μία περικεφαλαία. Ο τύπος του μνημείου ανάγεται στα αρχαία ελληνικά πρότυπα και συναντάται συχνά στην Ευρώπη το 18ο αιώνα. Η αρχική του θέση ήταν στο Πανεπιστήμιο αλλά το 1885 μεταφέρθηκε στο Πεδίον του Άρεως,  στον περίβολο του ναού των Ταξιαρχών
Στην πρόσοψη της στήλης έχει χαραχθεί η επιγραφή: «ΣΟΥΤΣΟΣ ΔΡΑΚΟΥΛΗΣ ΑΠΑΝΤΕΣ ΟΙ ΕΝ ΤΩ ΙΕΡΩ ΛΟΧΩ ΚΑΛΩΣ ΚΑΤΑ ΔΡΑΓΑΤΣΑΝΙΟΥ ΠΕΣΟΝΤΕΣ ΧΑΙΡΕΤΕ». Στην πίσω πλευρά της στήλης υπάρχει ανάγλυφη η νεκροκεφαλή του Ιερού Λόχου με δυο οστά χιαστί και από κάτω η επιγραφή: «ΤΩΙ ΙΕΡΩΙ ΛΟΧΩΙ ΚΑΙ ΤΟΙΣ ΕΚΑΤΟΝΤΑΡΧΟΙΣ ΔΗΜΗΤΡΙΩΙ ΣΟΥΤΣΩΙ ΤΩΙ ΒΥΖΑΝΤΙΩΙ ΚΑΙ ΣΠΥΡΙΔΩΝΙ ΔΡΑΚΟΥΛΗ ΤΩΙ ΙΘΑΚΗΣΙΩΙ ΓΕΝΝΑΙΩΣ ΕΝ ΔΡΑΓΑΤΣΑΝΙΩΙ ΤΗΣ ΔΑΚΙΑΣ ΥΠΕΡ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΓΩΝΙΣΑΜΕΝΟΙΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΣΟΥΤΣΟΣ Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΕΚ ΤΩΝ ΙΔΙΩΝ ΑΝΕΘΗΚΕΝ ΟΠΩΣ Η ΠΑΤΡΙΣ ΕΛΕΥΘΕΡΑ ΦΙΛΑ ΜΕΝ ΟΣΤΑ ΘΑΛΠΗΙ ΚΑΛΟΝ Δ' ΗΡΩΙΟΝ ΤΟΙΣ ΕΛΛΗΣΙ ΕΠΙΔΕΙΚΝΥΗΙ Η μάχη εγένετο εν έτει αωκα΄ Ίδρυται δε το σήμα αωμγ΄».
Ένας μαρμάρινος χαμηλός βωμός (0,48μ. x 1,00μ x 68,5μ) που βρίσκεται στη βάση της στήλης τοποθετήθηκε αργότερα. Επάνω υπάρχει ανάγλυφο μπρούτζινο μετάλλιο με τη σπάθη του Ιερού λόχου και την επιγραφή: «Η ΤΑΝ Η ΕΠΙ ΤΑΣ». Στη συνέχεια αναγράφεται: «Ο ΙΕΡΟΣ ΛΟΧΟΣ ΤΟΥ 1942 ΕΙΣ ΤΟΝ ΙΕΡΟΝ ΛΟΧΟΝ ΤΟΥ 1821». 



Ο Σταμάτης Κλεάνθης, αρχιτέκτονας, πολεοδόμος και επιχειρηματίας, με σχέδια του οποίου αναγέρθηκε το μνημείο, γεννήθηκε στο Βελβεντό Κοζάνης το έτος 1802 και πέθανε στην Αθήνα το 1862. Στα εφηβικά του χρόνια εγκατέλειψε το Βελβεντό και πήγε στο Βουκουρέστι, όπου  συνέχισε τις σπουδές στην Ελληνική Σχολή, δίπλα στον Ηπειρώτη λόγιο Νεόφυτο Δούκα.  Το Μάρτιο του 1821 άφησε το Βουκουρέστι και εντάχθηκε στον Ιερό Λόχο υπό τον Αλέξανδρο Υψηλάντη. Στη μάχη του Δραγατσανίου ο Κλεάνθης πιάστηκε αιχμάλωτος και μεταφέρθηκε στην Πόλη για να θανατωθεί. Κατάφερε όμως να δραπετεύσει, να πάει στη Βιέννη και από εκεί στη Λειψία, όπου γράφτηκε στην Αρχιτεκτονική Σχολή. Συνέχισε τις σπουδές του στην Αρχιτεκτονική Σχολή του Βερολίνου.
Τον Νοέμβριο του 1831 οι αρχιτέκτονες Σταμάτης Κλεάνθης και Eduard Schaubert, μαθητές του σημαντικότερου ίσως Γερμανού νεοκλασικού αρχιτέκτονα Karl Friedrich Schinkel, εγκαταστάθηκαν στην Αθήνα. Ασχολήθηκαν με τη  συστηματική τοπογράφηση της πόλης και στη συνέχεια συνέταξαν την πολεοδομική τους πρόταση, εν όψει της πιθανής εγκατάστασης εκεί της πρωτεύουσας του κράτους. Το σχέδιό τους υποβλήθηκε το  Δεκέμβριο του 1832 και στις 29 Ιουνίου 1833 εγκρίθηκε από την Αντιβασιλεία, αλλά λόγω πολλών αντιδράσεων δεν εφαρμόστηκε. 
ΠΗΓΕΣ
Μαρκάτου, Δ., «Υπαίθρια Γλυπτά 1843 - 1940», (Επτά Ημέρες, Η Καθημερινή, 25/10/1998. «Υπαίθρια Γλυπτική της Αθήνας»)
Καλλιβρετάκης, Λ., Η Αθήνα τον 19ο αιώνα: Από επαρχιακή πόλη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, πρωτεύουσα του Ελληνικού Βασιλείου (Αρχαιολογία της Πόλης των Αθηνών – ηλεκτρονική έκδοση ΕΙΕ)
Φωτογραφίες: Άννα Σαλαβέρη (22 - 03 - 2015), Χλόη Παρέ - Αναστασιάδου (29 - 03 - 2015)
 

Προτομή Αλέξανδρου Πραΐδη



Η μαρμάρινη προτομή του Αλέξανδρου Πραΐδη, η πρώτη που τοποθετήθηκε στο Πεδίο του Άρεως και έχει θέση κενοταφίου, βρίσκεται στο περίβολο του ναού των Ταξιαρχών καθώς επίσης και κοντά στο ταφικό μνημείο του Αλέξανδρου Υψηλάντη. Δεν υπάρχει ακριβής ημερομηνία κατασκευής αυτού του μνημείου, ωστόσο είναι σίγουρο πως κατασκευάστηκε μετά το 1866 (ημερομηνία θανάτου του Πραΐδη) από το μαρμαρογλυφείο Ρεμούνδου. Το μνημείο του Αλέξανδρου Πραΐδη, που έπεσε μαχόμενος στον Βαφέ της Κρήτης, πλήρωσαν οι συνάδελφοί του πυροβολιστές για να μείνει «μνήμα πασίδηλον της αρετής εκείνου». Η μορφή του αποδίδεται με πυκνό, σπαστό μαλλί, μεγάλο μουστάκι και μακρύ πηγούνι. 

Βιογραφία του Αλέξανδρου Πραΐδη (1834 12/10/1866): Γεννήθηκε το 1834 στη Σύρο. Ήταν γιος του Μακεδόνα στην καταγωγή Γεωργίου Πραΐδη, αγωνιστή της Επανάστασης του 1821. Το καλοκαίρι του 1852 τελείωσε μεταξύ των αρίστων μαθητών της τάξης του το «Γυμνάσιο των Αθηνών». Στις 10 Νοεμβρίου του 1857, μετά τετραετή φοίτηση, αποφοίτησε πρώτος από τη Σχολή Ευελπίδων με τον βαθμό του Ανθυπασπιστή Μηχανικού. Το 1859 μετατάχθηκε στο πυροβολικό και τοποθετήθηκε στη μοναδική τότε Μοίρα Πυροβολικού. Το Σεπτέμβριο 1860 διορίστηκε ως καθηγητής της τοπογραφίας και των καταμετρήσεων, στην Σχολή Ευελπίδων.
Ο Αλέξανδρος Πραΐδης, εμφορούμενος από αντιδυναστικές ιδέες υπήρξε πρωτεργάτης της αντιοθωνικής κίνησης στο Ναύπλιο και στενός συνεργάτης του αρχηγού της επανάστασης κατά του Όθωνα, Αρτέμη Μίχου. Έλαβε μέρος σε όλες τις μάχες και τραυματίστηκε δυο φορές. Μετά την επικράτηση των Οθωνικών ο Πραΐδης αυτοεξορίστηκε στη Σμύρνη από όπου επέστρεψε μετά την έξωση του Όθωνα το 1862. Με διαταγή του Υπουργού των Στρατιωτικών, τοποθετήθηκε Διοικητής του 4ου Λόχου του Τάγματος Πυροβολικού. Αργότερα διετέλεσε διοικητής της «Πανεπιστημιακής Φάλαγγος» μέχρι τη διάλυσή της το 1864. Στις 14 Ιουνίου 1866 ανέλαβε καθήκοντα Υπασπιστή του Υπουργού Στρατιωτικών. Όταν στις 21 Αυγούστου,  ξέσπασε η Κρητική επανάσταση, ο Πραΐδης εντάχθηκε σε εθελοντικό σώμα αποτελούμενο από 275 αξιωματικούς, υπαξιωματικούς, επιστήμονες και φοιτητές, αναχώρησε στα τέλη Σεπτεμβρίου 1866 με το ατμόπλοιο «Πανελλήνιον» και με Κυβερνήτη τον Ν. Σαχτούρη για να πολεμήσει στην Κρήτη.  Έφτασε στην περιοχή των Σφακίων το πρωί της 1ης Οκτωβρίου. 
Στις δυτικές επαρχίες της Κρήτης που είχαν επαναστατήσει, ο γενικός αρχηγός των Τουρκοαιγυπτιακών στρατευμάτων Μουσταφά πασάς, επικεφαλής 45.000 ανδρών, είχε αρχίσει τις επιχειρήσεις κατά του Σελίνου, των χωριών της Κυδωνίας και της επαρχίας Αποκορώνου. Έκαψε και λεηλάτησε 90 περίπου χωριά. Ο Ταγματάρχης Ζυμβρακάκης, που βρισκόταν στο Λουτρό Σφακίων, μόλις έμαθε ότι ο Μουσταφά πασάς μπήκε στην επαρχία Αποκορώνου, μετακινήθηκε αμέσως με το Σώμα των εθελοντών του για να συναντήσει τα Κρητικά Σώματα, στο Βαφέ. Το πρωί της 12ης Οκτωβρίου ο Μουσταφά πασάς, μετά την κατάληψη του χωριού Βάμος, άρχισε να προελαύνει κατά των εθελοντών, οι οποίοι κατείχαν τις μεταξύ Μποσνέρου και Αλικάμπου θέσεις. Σε σύσκεψη που έγινε στο στρατόπεδο των Ελλήνων, οι μεν εθελοντές του Ζυμβρακάκη επέμεναν να δοθεί η μάχη μέχρις εσχάτων στο Βαφέ, οι δε Κρητικοί καπετάνιοι πρότειναν να αποσυρθούν όλοι και να αμυνθούν στα νότια υψώματα του Βαφέ. Αν και η γνώμη των Κρητών ήταν ορθή, επικράτησε η γνώμη των πρώτων, με την οποία συμφώνησε και ο Ζυμβρακάκης και τα τμήματα κατέλαβαν τις θέσεις τους, χωρίς να κρατήσουν εφεδρείες, λόγω του μικρού αριθμού των μαχητών. Όταν τα στρατεύματα του Μουσταφά πασά έφτασαν, επακολούθησε μάχη, η οποία κατέληξε σε νίκη των Τουρκοαιγυπτίων. Ο Πραΐδης, επικεφαλής ενός τμήματος εθελοντών, υπερασπιζόταν τους αριστερά από το Βαφέ λοφίσκους μαζί με απόσπασμα Κρητικών υπό τον οπλαρχηγό Κριάρη. Μαχόμενος έπεσε ηρωικά. Μαζί του σκοτώθηκαν άλλοι 16 εθελοντές. Κανείς δεν γνωρίζει πού, πότε και από ποιους θάφτηκε.

Φωτογραφίες: Άννα Σαλαβέρη (22 - 03 - 2015), Χλόη Παρέ Αναστασιάδου (29 - 03 - 2015)

Λεωφόρος των Ηρώων


Η Λεωφόρος των Ηρώων ήρθε ως κατάληξη των συζητήσεων που είχαν ξεκινήσει το 1918 για την ανέγερση Πανελληνίου Ηρώου στο Πεδίο του Άρεως, με αφορμή τον εορτασμό της εκατονταετηρίδας της Εθνικής Παλιγγενεσίας, το 1921. Μετά από πολλές ιστορικές και πολιτικές ανατροπές το Ηρώο θεμελιώθηκε στις 30 Μαρτίου 1930, αλλά δεν ανεγέρθηκε ποτέ. Με το νόμο 6171 του 1934 «Περί συμβολής του Δημοσίου προς διαμόρφωσιν του Πεδίου του Άρεως εις κοινόχρηστον άλσος των Αθηνών» που επεξεργάστηκε η Ανωτάτη Πολεοδομική Επιτροπή και υπέβαλε στον υπουργό Συγκοινωνιών Πέτρο Ράλλη, ανατέθηκε η παραγγελία μαρμάρινων προτομών των αγωνιστών του 1821 σε μέλη του Σωματείου των Ελλήνων Γλυπτών. Στην υλοποίηση του εγχειρήματος συνέβαλε ο τότε προσωπάρχης του υπουργείου Συγκοινωνίας και πρόεδρος του Ειδικού Ταμείου Μόνιμων Οδοστρωμάτων, Ιωάννης Οικονόμου.
Η Λεωφόρος των Ηρώων εκτείνεται κατά μήκος της εισόδου στο Πεδίο του Άρεως από την οδό Μαυρομματαίων. Τα αποκαλυπτήριά της έγιναν στις 25 Μαρτίου 1937.
Δεκαέξι γλύπτες στο διάστημα 1936 – 1937 φιλοτέχνησαν τις προτομές αγωνιστών αντιγράφοντας γνωστές απεικονίσεις τους σε ακαδημαϊκο ρεαλιστικό ιδίωμα: 
Ο Θανάσης Απάρτης τον Οδυσσέα Ανδρούτσο
Ο Ιωάννης Βούλγαρης τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη 
Ο Νικόλαος Γεωργαντής το Δημήτρη Παπανικολή  
Ο Τηλέμαχος Γύζης τον Κίτσο Τζαβέλλα
Η Νίνα Εμπειρίκου το Μάρκο Μπότσαρη
Ο Γρηγόριος Ζευγώλης το Νικηταρά
Ο Γιώργος Ζογγολόπουλος τον Ανδρέα Μιαούλη
Ο Νικόλαος Κουβαράς τη Μαντώ Μαυρογένους 
Ο Λάζαρος Λαμέρας την Μπουμπουλίνα 
Ο Κωστής Παπαχριστόπουλος τον Παπαφλέσσα 
Ο Γιάννης Παππάς το Δημήτριο Υψηλάντη 
Ο Πέτρος Ρούμπος τον Αθανάσιο Διάκο 
Ο Φωκίων Ρωκ το Γεώργιο Καραϊσκάκη 
Ο Γεώργιος Συννέφας τον Παλαιών Πατρών Γερμανό
Ο Αντώνιος Σώχος τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη
Ο Μιχάλης Τόμπρος τον Κωνσταντίνο Κανάρη
Το 1957, εκτός της Λεωφόρου, στο σημείο όπου προβλεπόταν να τοποθετηθεί ο ανδριάντας του μητροπολίτη Χρυσοστόμου Σμύρνης, έργο του Χ. Δημητριάδη, που στήθηκε τελικά πίσω από Μητρόπολη, προστέθηκε σε ψηλή βάση ο Νότης Μπότσαρης, έργο του Μάριου Λοβέρδου.
Η Λεωφόρος συμπληρώθηκε: 
Το 1978 με τον Εμμανουήλ Παπά του Στέλιου Τριάντη
Το 1984 με το Νικόλαο Κριεζώτη του Στέλιου Τριάντη
Το 1994 με το Δημητράκη Πλαπούτα του Νικόλα Δογούλη.
Το 2005 με τη Δόμνα Βισβίζη του Απόστολου Φανακίδη.
ΠΗΓΕΣ

Παυλόπουλος, Δ., «Το Σωματείο Ελλήνων Γλυπτών», (Επτά Ημέρες, Η Καθημερινή, 25/10/1998. «Υπαίθρια Γλυπτική της Αθήνας»)  
Παυλόπουλος, Δ., Το Πεδίον του Άρεως (Επτά Ημέρες, Η Καθημερινή, 23/2/2003. "Η Κυψέλη")
Γιοχάλας, Θ., Καφετζάκη, Τ., Αθήνα. Ιχνηλατώντας την πόλη με οδηγό την ιστορία και τη λογοτεχνία, Αθήνα, 2012, Εστία
Γλυπτά της Αθήνας (Λίστα γλυπτών της Αθήνας από τους atenistas)
ΑΤΤΙΚΟ ΠΡΑΣΙΝΟ - ιστοσελίδα της Υπερνομαρχίας Αθηνών- Πειραιώς
Φωτογραφία: Χλόη Παρέ - Αναστασιάδου (29 - 03 - 2015) 

Πανελλήνιο Ηρώο



Tο αίτημα για τη δημιουργία ενός Πανελλήνιου Ηρώου ή Πανθέου απασχολούσε την ελληνική κοινωνία επί έναν αιώνα, από το 1829 έως και το 1930, με κορυφώσεις γύρω στα έτη 1830-1838, 1870 και 1930. Απόδειξη ότι ο απόηχος του δεν έσβησε είναι ότι  η δικτατορία του 1967 σκόπευε να πραγματοποιήσει το περιβόητο «Τάμα του Έθνους» στο χώρο του Αττικού Άλσους.  Η ιστορία του Πανελληνίου Ηρώου ή του Πανθέου καθώς και όλων των Ηρώων του Εικοσιένα ξεκίνησε το 1829 με το Η' ψήφισμα της Δ' Εθνοσυνέλευσης στο Άργος, όταν αποφασίστηκε «το έθνος [...] να ανάπεμψη την εύγνωμοσύνην του προς τον θεόν, όστις έδειξε τοσαύτα θαύματα διά την σωτηρίαν του», αλλά και να εκφράσει την ευγνωμοσύνη του προς τους Συμμάχους Βασιλείς, τους Ναυάρχους τους, τη Γαλλική στρατιά και τον αρχηγό της και προς όλους τους Φιλέλληνες.

Η πρώτη πρόταση προέρχεται από τον Λύσανδρο Καυταντζόγλου (1811-1885), ο οποίος το 1838 εξέθεσε 4 σχέδια για «Ηρώον έθνικον εις μνήμην των υπέρ πατρίδος πεσόντων Ελλήνων και φιλελλήνων». Ο Καυταντζόγλου πρότεινε ένα μαρμάρινο κυκλικό οικοδόμημα με θολωτή στέγη και δύο κιονοστοιχίες, δωρική εξωτερικά και ιωνική εσωτερικά, χτισμένο πάνω σε ένα τετράγωνο κρηπίδωμα. Εσωτερικά χωριζόταν σε δύο ορόφους: α) Το ισόγειο που «περιέχει την ιστορίαν των ενδόξως τελευτησάντων κατά τον ιερόν αγώνα». β) «Το ανώγειον περιλαμβάνει εκτός καί εντός την καθολικήν Ιστορίαν του ελληνικού έθνους από της δουλώσεως μέχρις της ελευθερίας αυτού». Η ιστορική αφήγηση ολοκληρώνεται με την εξωτερική διακόσμηση. Πρόκειται, λοιπόν, για ένα τυπικά κλασικιστικό κτίριο με εικονογραφικές παραστάσεις που αρχίζουν από το 1453 και περιορίζονται στα νεότερα χρόνια, το οποίο αντανακλά το πνεύμα της εποχής ότι οι νεότεροι Έλληνες είναι απευθείας απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων και ότι η ανάσταση της Ελλάδος συνδέεται με την ανάσταση της αρχαίας ελληνικής τέχνης. Για το Πάνθεο του Καυταντζόγλου λέγεται ότι ο Όθωνας «απεφάνθη ότι η Ελλάς είναι πτωχή δι' εκτέλεσιν τοιούτου Μαυσωλείου». Εξάλλου οι έρανοι που προκήρυξε απέδωσαν ελάχιστα. Πολλοί προτίμησαν να συνεισφέρουν υπέρ σχολείων, υπέρ του Πανεπιστημίου και υπέρ άλλων κοινωφελών ιδρυμάτων. Όσα χρήματα είχαν συλλεγεί διατέθηκαν για την ανέγερση της Μητρόπολης.
Το θέμα του Ηρώου ανακινήθηκε πάλι το 1870 με αφορμή τα πενήντα χρόνια από την κήρυξη της επανάστασης με πρωτοβουλία του βασιλιά Γεωργίου Α΄. Ως χώρος ανέγερσης είχε επιλεγεί η πλατεία Ομονοίας. Το Ηρώο θα χτιζόταν με βάση το σχέδιο του γερμανού αρχιτέκτονα Ernest Ziller (1837-1923). Επρόκειτο για μια ψηλή στήλη πάνω στην οποία βρισκόταν να άγαλμα που αναπαριστούσε την Ελλάδα, ενώ στη βάση θα υπήρχαν τέσσερις καθιστές μορφές που αναπαριστούσαν: την Πελοπόννησο, τη Στερεά Ελλάδα, τα νησιά του Αιγαίου και τα νησιά του Ιονίου. Αμέσως μετά, οι αντιπολιτευόμενες εφημερίδες άσκησαν οξύτατη κριτική στον Γεώργιο και στον πρωθυπουργό Θρασύβουλο Ζαΐμη για τη συγκεκριμένη επιλογή, με επιχειρήματα ότι  η στήλη δεν ήταν έργο αντάξιο των αγώνων του Ελληνικού λαού και ότι δεν είχε ολοκληρωθεί η ανεξαρτητοποίηση των υποδουλωμένων περιοχών, άρα θα μεταδιδόταν ένα μήνυμα παραίτησης από τη Μεγάλη Ιδέα. Κριτική ασκήθηκε και για την ξενική καταγωγή του αρχιτέκτονα.

Το θέμα επανήλθε στην επικαιρότητα με πρωτοβουλία του βασιλιά το 1901 και το 1908 με την ιδέα του Δημητρίου Βικέλα, να ανεγερθεί το Ηρώο στον λόφο του Λυκαβηττού. Ο Ziller παρουσίασε ξανά διάφορα σχέδια και μελέτες το 1905, το 1908 και το 1910. Το σχέδιο του 1908 που αφορά στο Πανελλήνιο Ηρώο, είναι συνέχεια ενός προγενέστερου σχεδίου για το ναό — μνημείο «Αγιος Γεώργιος Λυκαβηττού».Το σχέδιο αυτό, αν και προσπαθούσε να εκφράσει τη νεοελληνική ιδεολογία τηςαδιάσπαστης ελληνικής ενότητας, τελικά δεν βρήκε ανταπόκριση.

Στις αρχές του 20ου αιώνα συζητήθηκε ο εορτασμός το 1921 της Εκατονταετηρίδας της ελληνικής Επανάστασης με πρωτεργάτη τον Σπυρίδωνα Λάμπρου.  Το 1910 επανήλθε στην πρόταση του να διαμορφωθεί «το άλσος των Ηρώων» στο Ζάππειο.

Η τελευταία φάση στην ιστορία του Ηρώου εντοπίζεται το 1921 στα πλαίσια του εορτασμού της Εκατονταετηρίδας της Επανάστασης. Το 1918 διορίστηκε Κεντρική Επιτροπή με πρόεδρο τον Πρόεδρο της Βουλής, Θεμιστοκλή Σοφούλη, και Γενικό Γραμματέα το λογοτέχνη και δημοσιογράφο, Ιωάννη Δαμβέργη. Η ειδική Επιτροπή Μεγάλου Μνημείου, με πρόεδρο τον Ελευθέριο Βενιζέλο, αποφάσισε να ιδρυθεί το Ηρώο στον λόφο του Αρδηττού. Λόγω της Μικρασιατικής εκστρατείας ο  εορτασμός αναβλήθηκε για το 1930, όταν θα συμπληρώνονταν εκατό χρόνια από την ίδρυση του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους. Επιπλέον, στις βόρεια πλευρά του Πεδίου του Άρεως προς την Κυψέλη σχηματίστηκε προσφυγικός συνοικισμός με παράγκες, όπου κατοικούσαν εξαθλιωμένες οικογένειες, οι οποίες έζησαν εκεί μέχρι τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια.  

Η Επιτροπή Ηρώου το 1928  προετοίμασε πανελλήνια κινητοποίηση. Σημαντική τροποποίηση ήταν ότι το Ηρώο δεν θα χτιζόταν στο λόφο του Αρδηττού, αλλά στο Πεδίο του Άρεως. Η συμμετοχή όλων των Ελλήνων θα εκφραζόταν και με τη συμβολική αποστολή ενός «κυβόλιθου» που θα εντοιχιζόταν στο Μνημείο και θα έφερε το όνομα κάθε Δήμου και Κοινότητας από την Ελλάδα, την Κύπρο και τις παροικίες. Στις 16 Αυγούστου 1929 η Επιτροπή προκήρυξε διαγωνισμό για το Ηρώο, το οποίο προβλεπόταν να εγερθεί στο κέντρο του Πεδίου του Άρεως με δαπάνη 10.οοο.000 δραχμών. Το Ηρώο θα έπαιρνε σχήμα ναού του Σωτήρος στο εσωτερικό, με την Αγία Τράπεζα ανατολικά. Οι υπόλοιπες πλευρές του θα εικονογραφούνταν με σκηνές της Επανάστασης, ενώ εξωτερικά το Ηρώο θα κοσμούσαν ανδριάντες, προτομές, γλυπτικά συμπλέγματα και σύμβολα. Επομένως η ιδέα της τοποθέτησης προτομών στο Πεδίο του Άρεως σπερματικά βρίσκεται εδώ. 

Ο σύλλογος Αρχιτεκτόνων έκρινε ότι η προκήρυξη δεν διασφάλιζε την επιτυχία του διαγωνισμού, πρότεινε τροποποιήσεις και αύξηση του προϋπολογισμού. Οι προτάσεις που υποβλήθηκαν απορρίφθηκαν από την Ελλανόδικο Επιτροπή, η οποία πρότεινε στην Κεντρική Επιτροπή να επαναπροκηρύξει το διαγωνισμό με προϋπολογισμό 50.000.000. Το θέμα δεν προχώρησε περισσότερο. Ωστόσο, η Κεντρική Επιτροπή, συνεπής προς τις αρχικές εξαγγελίες στις 30 Μαρτίου 1930 προχώρησε στην πανηγυρική θεμελίωση του Ηρώου και στον σχηματισμό ενός πρόχειρου περιζώματος από τους αποσταλέντες κυβόλιθους. Αυτή η συμβολική ενέργεια έκλεισε ουσιαστικά το θέμα.Ο τότε Πρόεδρος της Δημοκρατίας Α. Ζαϊμης τόνισε το μεγαλοϊδεατικό στόχο του Ηρώου. Αυτό το στόχο επρόκειτο να αναπτύξει στο Πεδίο του Άρεως λίγο αργότερα το μεταξικό καθεστώς με τη Λεωφόρο των Ηρώων



ΠΗΓES
Μαρκάτου, Θ., Οι προτάσεις για Πανελλήνιο Ηρώο του Εικοσιένα (1830 - 1930), Αθήνα, Μνήμων, σ. 37-66
Παυλόπουλος, Δ., Το Πεδίον του Άρεως (Επτά Ημέρες, Η Καθημερινή, 23/2/2003. "Η Κυψέλη")